muzika

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

muzika < muzik- + -a

Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική muzika muzikaj
αιτιατική muzikan muzikajn

muzika (eo)

muzika disko - δίσκος μουσικής, μουσικός δίσκος
muzika orelo - μουσικό αυτί



Λιθουανικά (lt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

muzika (lt)



Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

muzika (sr)