niveau

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Niveau

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

niveau 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
niveau niveaux

niveau (fr) αρσενικό

  1. το επίπεδο, το ύψος