niveau

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Niveau

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

niveau 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
niveau niveaux

niveau (fr) αρσενικό