nomo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

nomo < nom- + -o

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

nomo 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική nomo nomoj
αιτιατική nomon nomojn

nomo (eo)

en la nomo de..., στο όνομα του..., εν ονόματι του...

Σύνθετα[επεξεργασία]



Ίντο (io) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nomo (io)