Μετάβαση στο περιεχόμενο

numéraire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
numéraire numéraires

numéraire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. που χρησιμεύει στη μέτρηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

numéraire (fr) αρσενικό

  1. τα μεταλλικά νομίσματα, τα μετρητά