numéraire
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| numéraire | numéraires |
numéraire (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- που χρησιμεύει στη μέτρηση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]numéraire (fr) αρσενικό
| ενικός | πληθυντικός |
| numéraire | numéraires |
numéraire (fr) αρσενικό ή θηλυκό
numéraire (fr) αρσενικό