Μετάβαση στο περιεχόμενο

obligated

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός obligated
συγκριτικός more obligated
υπερθετικός most obligated

obligated (en)

  • υποχρεωμένος
    παράδειγμα  The company is obligated to pay severance to employees it lays off.
    Η εταιρεία είναι υποχρεωμένη να καταβάλει αποζημίωση στους εργαζομένους που απολύει.

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

obligated (en)