Μετάβαση στο περιεχόμενο

olfaction

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
olfaction olfactions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

olfaction (en)