olivette

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

olivette < olive


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
olivette olivettes

olivette (fr) θηλυκό

  1. αγρός κατάσκεπος από ελαιόδεντρα
    δείτε τις λέξεις: olivaie και oliveraie
  2. είδος σταφυλιού με μακρόστενες ρώγες
  3. μικρή μακρόστενη ντομάτα