Μετάβαση στο περιεχόμενο

ooze

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας ooze
γ΄ ενικό ενεστώτα oozes
αόριστος oozed
παθητική μετοχή oozed
ενεργητική μετοχή oozing

ooze (en)

  • (μεταβατικό και αμετάβατο) στάζω, περνάω, ένα παχύρρευστο υγρό ρέει από κάτι αργά
    παράδειγμα  The walls were oozing with moisture.
    Οι τοίχοι έσταζαν υγρασία.
    παράδειγμα  The moisture is oozing from the walls.
    Η υγρασία πέρασε τους τοίχους.