Μετάβαση στο περιεχόμενο

orchestra

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
orchestra orchestras

Προφορά

[επεξεργασία]
 
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

orchestra (en)

  • (μουσική) η ορχήστρα
    παράδειγμα  What are the instruments of a symphony orchestra?
    Ποια είναι τα όργανα μιας συμφωνικής ορχήστρας;

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
orchestra orchestre

orchestra (it) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]