ορχήστρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ορχήστρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀρχήστρα[1][2] < αρχαία ελληνική ὀρχέομαι.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /oɾˈçi.stɾa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ορ‐χή‐στρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ορχήστρα θηλυκό
- (μουσική) σύνολο από μουσικούς ή μουσικά όργανα που εκτελούν πολυφωνική μουσικά κομμάτια με συγκεκριμένη δομή ή αυτοσχέδια (ορχηστική μουσική)
Συμφωνική Ορχήστρα, Φιλαρμονική Ορχήστρα, ορχήστρα τζαζ
- ο κυκλικός χώρος ενός αρχαίου θεάτρου, ανάμεσα στο κοίλο και στο προσκήνιο
Οι ηθοποιοί βγήκαν στην ορχήστρα.
- ο χώρος για τους μουσικούς στα κλασικά και σύγχρονα θέατρα και όπερες
Το θέατρο ήταν μικρό και χωρίς ορχήστρα.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- μπάντα (μουσική ορχήστρα)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ορχήστρα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ορχήστρα
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ορχήστρα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ορχήστρα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μουσική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)