Μετάβαση στο περιεχόμενο

overwork

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
overwork -

overwork (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
ενεστώτας overwork
γ΄ ενικό ενεστώτα overworks
αόριστος overworked
παθητική μετοχή overworked
ενεργητική μετοχή overworking

overwork (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]