Μετάβαση στο περιεχόμενο

pétiole

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: petiole, pétiolé

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pétiole < λατινική petiolus

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pe.sjɔl/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pétiole pétioles

pétiole (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]