μίσχος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | μίσχος | οι | μίσχοι |
| γενική | του | μίσχου | των | μίσχων |
| αιτιατική | τον | μίσχο | τους | μίσχους |
| κλητική | μίσχε | μίσχοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μίσχος < (ελληνιστική κοινή)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μίσχος αρσενικό
- (βοτανική) μικρό και λεπτό κυλινδρικό στέλεχος που ενώνει το φύλλο, το άνθος ή τον καρπό με τον βλαστό ενός φυτού
- ※ Οι κεραίες (Είκ. 6) είναι μακριές, νηματοειδείς και πολύαρθρες. Αποτελούνται από 12+2 άρθρα. Το πρώτο στην βάση είναι ο σκήπος ή σκάπος (scapus), ο οποίος είναι τραπεζοειδής, έπειτα ακολουθεί ο μίσχος ή ποδίσκος (pedicel), ο οποίος είναι μικρός και υποσφαιρικός και μετά ακολουθεί το μαστίγιο (flagellum), αποτελούμενο από 12 άρθρα και στα δύο φύλα (Μελέτη της μορφολογίας και βιοοικολογίας κηκιδόμυγας του γένους Asphondylia (near serpylli Kleffer 1898) σε φυτά θυμαριού Coridothym us capitatus (L) στο νησί Σάμος, πτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Ιωάννίνων 2009, σελ. 55 )
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | μίσχος | οἱ | μίσχοι | ||||
| γενική | τοῦ | μίσχου | τῶν | μίσχων | ||||
| δοτική | τῷ | μίσχῳ | τοῖς | μίσχοις | ||||
| αιτιατική | τὸν | μίσχον | τοὺς | μίσχους | ||||
| κλητική ὦ! | μίσχε | μίσχοι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | μίσχω | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | μίσχοιν | ||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μίσχος < άγνωστης ετυμολογίας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μίσχος αρσενικό (ελληνιστική κοινή)
Παράγωγα
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Βοτανική (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)