Μετάβαση στο περιεχόμενο

μίσχος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μίσχος οι μίσχοι
      γενική του μίσχου των μίσχων
    αιτιατική τον μίσχο τους μίσχους
     κλητική μίσχε μίσχοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μίσχος < (ελληνιστική κοινή)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μίσχος αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ μίσχος οἱ μίσχοι
      γενική τοῦ μίσχου τῶν μίσχων
      δοτική τῷ μίσχῳ τοῖς μίσχοις
    αιτιατική τὸν μίσχον τοὺς μίσχους
     κλητική ὦ! μίσχε μίσχοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μίσχω
γεν-δοτ τοῖν  μίσχοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μίσχος < άγνωστης ετυμολογίας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μίσχος αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

Παράγωγα

[επεξεργασία]