μίσχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μίσχος μίσχοι
γενική μίσχου μίσχων
αιτιατική μίσχο μίσχους
κλητική μίσχε μίσχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μίσχος < ελληνιστική κοινή μίσχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μίσχος αρσενικό

  1. (βοτανική) μικρό και λεπτό κυλινδρικό στέλεχος που ενώνει το φύλλο, το άνθος ή τον καρπό με τον βλαστό ενός φυτού

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]