pare

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βοσνιακά (bs) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pare (bs)



Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pare (ca) αρσενικό



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

pare (ro)

  1. 3ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος « a părea »