pastel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pastel (en)

  • το παστέλ (η μπογιά, το ζωγραφικό έργο)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pastel pastels

pastel (fr) αρσενικό

  • το παστέλ (η μπογιά, το ζωγραφικό έργο)



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pastel pasteles

pastel (es)