Μετάβαση στο περιεχόμενο

pave

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας pave
γ΄ ενικό ενεστώτα paves
αόριστος paved
παθητική μετοχή paved
ενεργητική μετοχή paving

pave (en)