pee
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- (μη μετρήσιμο) το κάτουρο
The house stank of cat pee.
- Το σπίτι βρομοκοπούσε κάτουρο γάτας.
- (μόνο ενικός) το κατούρημα
I’m going for a pee. (βρετανικά αγγλικά)
I’m taking a pee. (αμερικανικά αγγλικά)
- Πάω για κατούρημα.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη urine
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | pee |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | pees |
| αόριστος | peed |
| παθητική μετοχή | peed |
| ενεργητική μετοχή | peeing |
pee (en) (μεταβατικό & αμετάβατο, ανεπίσημο)
- κατουράω
I want/I’m going to pee.
- Θέλω/πάω να κατουρήσω.
She peed (in) her pants.
- Κατούρησε το βρακί της.
He peed blood.
- Κατούρησε αίμα.
The dog peed on the wall.
- Το σκυλί κατούρησε τον τοίχο.
I peed myself out of fear.
- Κατουρήθηκα από το φόβο μου.
I peed myself laughing.
- Κατουρήθηκα από τα γέλια.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη urinate