pele

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λετονικά (lv) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pele (lv)



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pele peles

pele (pt) θηλυκό

  1. η γούνα
  2. το τρίχωμα