physical

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

physical (en)

  • γενική παθολογική εξέταση υγιούς ή ασθενούς ατόμου

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

physical (en)

  1. φυσικός
    • που σχετίζεται με τη φυσική
    • (πληροφορική) που δεν είναι εικονικός, που αναφέρεται στο υλικό
  2. σωματικός
    • που σχετίζεται με το σώμα
    • που σχετίζεται με τη χρήση σωματικής δύναμης