pinto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

pinto < pint + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική pinto pintoj
αιτιατική pinton pintojn

pinto (eo)

la pinto de la monto, η κορυφή του βουνού