plano

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

plano < plan + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική plano planoj
αιτιατική planon planojn

plano (eo)

ĉu vi scias lian vojaĝplanon?, ξέρεις το σχέδιο ταξιδιού του;