pola

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

pola < pol- + -a

Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική pola polaj
αιτιατική polan polajn

pola (eo)



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. pola < πρόθεση por + άρθρο a
  2. pola < πρόθεση por + δεικτική αντωνυμία a

Συγχώνευση[επεξεργασία]

pola (pt)

  1. από την
  2. από εκείνην