preciso

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό preciso precisos
θηλυκό precisa precisas

preciso (pt)

  1. ακριβής
  2. σωστός
  3. αναγκαίος