prey

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

prey (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

prey (en) on/upon

  1. θηρεύω, κυνηγώ
  2. εκμεταλλεύομαι
  3. επιτίθεμαι (σε θύμα εγκλήματος)