Μετάβαση στο περιεχόμενο

prey upon

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας prey upon
γ΄ ενικό ενεστώτα preys upon
αόριστος preyed upon
παθητική μετοχή preyed upon
ενεργητική μετοχή preying upon

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
prey upon <  δείτε τις λέξεις prey και upon

prey upon (en)