privilégier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

privilégier (fr)

  1. αποδίδω ένα προνόμιο (σε κάποιον), ευνοώ
  2. προτιμώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]