Μετάβαση στο περιεχόμενο

procrastination

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

procrastination (en) (μη μετρήσιμο, επίσημο, κακόσημο)

  • το χασομέρι, η χρονοτριβή, αναβολή μιας υποχρέωσης από αδιαφορία, τεμπελιά, ανικανότητα συγκέντρωσης ή φυγοπονία/ενασχόληση με κάτι επίπονο
    παράδειγμα  Stop the procrastination and sit down and study!
    Άσε τα χασομέρια και κάθισε να διαβάσεις!
    παράδειγμα  Do what I’m telling you without procrastination.
    Κάνε αυτό που σου λέω χωρίς χρονοτριβή.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
procrastination < λατινική pro + crastinus (αυριανός)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
procrastination procrastinations

procrastination (fr) θηλυκό

  • η αναβολή μιας υποχρέωσης από αδιαφορία ή τεμπελιά

Συγγενικά

[επεξεργασία]