Μετάβαση στο περιεχόμενο

pro

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pro pros

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pro (en)



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Πρόθεση

[επεξεργασία]

pro (eo)



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pro < λείπει η ετυμολογία

Πρόθεση

[επεξεργασία]

pro (la) (prō)

  1. προ, μπροστά
  2. πριν

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • produco copias pro castris : προωθώ τις δυνάμεις μπροστά στα κάστρα
  • pro contione : στην εκκλησία
  • pro me : υπέρ εμού

Παράγωγα

[επεξεργασία]



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Πρόθεση

[επεξεργασία]

pro (cs)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]
  • συντάσσεται με αιτιατική (akuzativ)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pro (cs) ουδέτερο

Αντώνυμα

[επεξεργασία]