υπομονή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | υπομονή | οι | υπομονές |
| γενική | της | υπομονής | των | υπομονών |
| αιτιατική | την | υπομονή | τις | υπομονές |
| κλητική | υπομονή | υπομονές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπομονή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὑπομονή < ὑπομένω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.po.moˈni/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐πο‐μο‐νή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπομονή θηλυκό
- (για πρόσωπα ή ζώα) η ικανότητα του να περιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα αποτέλεσμα ή μία εξέλιξη πριν ενεργήσει
- ※ Ο Κηρομάνος ήταν δειλός άντρας και σπάνια κατέφευγε σε τέτοιες πρακτικές, Εκείνος προτιμούσε τις γαλιφιές και τα χαμόγελα, την υπομονή και το καλόπιασμα. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή υιοθέτησα το και ο άγιος φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για χρεωμένους κουμαρτζήδες, χαρτοπαίχτες και μεθύστακες των καφέ σαντάν, γεροπαραλυμένους που έστελναν δαχτυλίδια και κολιέ σε θεατρίνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Παλιές και νέες χώρες, εκδ. Πατάκης, 2023)
Η γάτα κάθεται και κοιτάζει την τρύπα του ποντικιού ώρες αμέτρητες με απέραντη υπομονή.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- Υπομονή (όνομα)
- υπομένω
- υπομονετικός
- → και δείτε τη λέξη υπομένω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)