Μετάβαση στο περιεχόμενο

proctor

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
proctor proctors

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

proctor (en)