przed

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Πρόθεση

[επεξεργασία]

przed (pl)

  1. προ, πριν, μπροστά από, μπροστά στον (στην, στο)
    ktoś czeka przed drzwiami - κάποιος περιμένει μπροστά στην πόρτα

Σημειώσεις

[επεξεργασία]