pulley

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pulley pulleys

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

pulley < μέση αγγλική pulley < παλαιά γαλλική polie

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pulley (en)

fixed pulley: σταθερή (πάγια) τροχαλία
movable pulley: ελεύθερη (κινητή) τροχαλία

Δείτε επίσης[επεξεργασία]