τροχαλία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τροχαλία < αρχαία ελληνική < τροχίλος < τροχός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /tɾo.xaˈli.a/
- τροχαλίες
- ανύψωση βάρους με σταθερή τροχαλία
- ανύψωση βάρους με ελεύθερη τροχαλία
- τροχαλία με ιμάντα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τροχαλία θηλυκό
- (εξάρτημα) τροχός του οποίου η στεφάνη έχει αύλακα κατά τρόπο ώστε να μπορεί να εφαρμόσει σε αυτήν ένα σχοινί· χρησιμοποιείται για την ανύψωση βαρών
- ※ Ένα βαρίδι από μαντέμι, περίτεχνα σκαλισμένο και εξαρτημένο από αλυσίδες που κινούνται σε τροχαλίες ροζέτας κοντά στο ταβάνι , δίνει τη δυνατότητα στη λάμπα να ανέρχεται και να κατέρχεται στον χώρο (Μαρία Κατσικά-Πισιμίση, Λαγκάδια Αρκαδίας, 19ος αιώνας και αρχές 20ου: κείμενα από ένα Λαγκαδινό σπίτι, 2001)
- σταθερή ή πάγια τροχαλία: τροχαλία στερεωμένη σε σταθερό σημείο
- κινητή ή ελεύθερη τροχαλία: τροχαλία κινούμενη ελεύθερα
- τροχαλία με ιμάντα: τροχός σε μηχανή που περιστρέφεται και και μεταδίδει με ιμάντα την κίνησή του σε άλλα τμήματα της μηχανής
Υπερώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
τροχαλία στη Βικιπαίδεια
