γρανάζι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γρανάζι τα γρανάζια
      γενική του γραναζιού των γραναζιών
    αιτιατική το γρανάζι τα γρανάζια
     κλητική γρανάζι γρανάζια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρανάζι < γαλλική engrenage

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρανάζι ουδέτερο

  1. (μηχανολογία): οδοντωτός τροχός μετάδοσης κίνησης
  2. η κάθε οδόντωση ή εγκοπή του παραπάνω
     συνώνυμα: δόντι


Μεταφράσεις[επεξεργασία]