γρανάζι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γρανάζι γρανάζια
γενική γραναζιού γραναζιών
αιτιατική γρανάζι γρανάζια
κλητική γρανάζι γρανάζια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρανάζι < γαλλική engrenage

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρανάζι ουδέτερο

  1. (μηχανολογία): οδοντωτός τροχός μετάδοσης κίνησης
  2. η κάθε οδόντωση ή εγκοπή του παραπάνω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δόντι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]