γρανάζι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γρανάζι τα γρανάζια
      γενική του γραναζιού των γραναζιών
    αιτιατική το γρανάζι τα γρανάζια
     κλητική γρανάζι γρανάζια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ζεύγος γραναζιών: το μικρό έχει 10 δόντια και το μεγάλο 28 με αποτέλεσμα σε κάθε περιστροφή του μεγάλου το μικρό να εκτελεί 2,8 περιστροφές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρανάζι < γαλλική engrenage

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρανάζι ουδέτερο

  1. (μηχανολογία): οδοντωτός τροχός που σε ζεύγη χρησιμοποιείται για την μετάδοση κίνησης
  2. η κάθε οδόντωση ή εγκοπή του παραπάνω
     συνώνυμα: δόντι, οδόντωση

Υπερώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]