Μετάβαση στο περιεχόμενο

pursue

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας pursue
γ΄ ενικό ενεστώτα pursues
αόριστος pursued
παθητική μετοχή pursued
ενεργητική μετοχή pursuing

pursue (en)

  1. επιδιώκω, κυνηγάω, ακολουθώ, κάνω κάτι ή προσπαθώ να πετύχω κάτι σε μια χρονική περίοδο
    παράδειγμα  How can we most effectively pursue these goals?
    Πώς μπορούμε να επιδιώξουμε με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο αυτούς τους στόχους;
    παράδειγμα  Many communities are aggressively pursuing plans to preserve open spaces.
    Πολλές κοινότητες επιδιώκουν με ιδιαίτερη ένταση σχέδια για τη διατήρηση ανοιχτών χώρων.
    παράδειγμα  I was determined to pursue my dream of becoming an actor.
    Ήμουν αποφασισμένος να κυνηγήσω το όνειρό μου να γίνω ηθοποιός.
    παράδειγμα  Her father’s struggles with mental health prompted her to pursue psychology as a career.
    Οι δυσκολίες του πατέρα της με την ψυχική υγεία την ώθησαν να ακολουθήσει την ψυχολογία ως επάγγελμα.
    παράδειγμα  We intend to pursue this policy with determination.
    Σκοπεύουμε να ακολουθήσουμε αυτήν την πολιτική με αποφασιστικότητα.
    παράδειγμα  He continues to pursue a soft policy on crime.
    Συνεχίζει να ακολουθεί μια ήπια πολιτική για το έγκλημα.
  2. συνεχίζω, προχωρώ, ακολουθώ, προωθώ, επιδιώκω, κυνηγάω, συνεχίζω να συζητώ, να μαθαίνω ή να ασχολούμαι με κάτι
    παράδειγμα  The Crown Prosecution Service is unwilling to pursue the case.
    Η Εισαγγελία του Στέμματος δεν είναι πρόθυμη να συνεχίσει την υπόθεση.
    παράδειγμα  We have decided not to pursue the matter.
    Αποφασίσαμε να μην συνεχίσουμε την υπόθεση.
    παράδειγμα  He was still pursuing his studies.
    Συνέχιζε τις σπουδές του.
    παράδειγμα  ”But”, he pursued, “you still haven’t answered the question.”
    «Αλλά», συνέχισε, «δεν έχεις ακόμη απαντήσει στην ερώτηση».
    παράδειγμα  They decided to pursue legal action.
    Αποφάσισαν να προχωρήσουν σε νομικές ενέργειες.
    παράδειγμα  Other companies are pursuing the same course.
    Άλλες εταιρείες ακολουθούν την ίδια πορεία.
    παράδειγμα  We are actively pursuing a campaign against corruption.
    Προωθούμε ενεργά μια εκστρατεία κατά της διαφθοράς.
    παράδειγμα  She wanted the freedom to pursue her own interests.
    Ήθελε την ελευθερία να επιδιώξει τα δικά της ενδιαφέροντα.
    παράδειγμα  The government has actively pursued a campaign against the militants.
    Η κυβέρνηση έχει ενεργά επιδιώξει μια εκστρατεία κατά των μαχητών.
    παράδειγμα  He’s always pursuing an agenda.
    Κυνηγάει πάντα μια ατζέντα.
  3. καταδιώκω, κυνηγάω, ακολουθώ ή καταδιώκω κάποιον ή κάτι, ιδιαίτερα για να τον ή το πιάσω
    παράδειγμα  Police pursued the car at high speed.
    Η αστυνομία καταδίωξε το αυτοκίνητο με μεγάλη ταχύτητα.
    παράδειγμα  She left the theatre, hotly pursued by the press.
    Έφυγε από το θέατρο, καταδιωκόμενη στενά από τον Τύπο.
    παράδειγμα  The police pursued him, but he managed to escape.
    Τον κυνήγησε η αστυνομία, κατάφερε όμως να ξεφύγει.
    παράδειγμα  Jake has been pursuing her for months.
    Ο Τζέικ την κυνηγάει/πολιορκεί εδώ και μήνες.
     συνώνυμα: chase