pursue
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | pursue |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | pursues |
| αόριστος | pursued |
| παθητική μετοχή | pursued |
| ενεργητική μετοχή | pursuing |
Ρήμα
[επεξεργασία]pursue (en)
- επιδιώκω, κυνηγάω, ακολουθώ, κάνω κάτι ή προσπαθώ να πετύχω κάτι σε μια χρονική περίοδο
How can we most effectively pursue these goals?
- Πώς μπορούμε να επιδιώξουμε με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο αυτούς τους στόχους;
Many communities are aggressively pursuing plans to preserve open spaces.
- Πολλές κοινότητες επιδιώκουν με ιδιαίτερη ένταση σχέδια για τη διατήρηση ανοιχτών χώρων.
I was determined to pursue my dream of becoming an actor.
- Ήμουν αποφασισμένος να κυνηγήσω το όνειρό μου να γίνω ηθοποιός.
Her father’s struggles with mental health prompted her to pursue psychology as a career.
- Οι δυσκολίες του πατέρα της με την ψυχική υγεία την ώθησαν να ακολουθήσει την ψυχολογία ως επάγγελμα.
We intend to pursue this policy with determination.
- Σκοπεύουμε να ακολουθήσουμε αυτήν την πολιτική με αποφασιστικότητα.
He continues to pursue a soft policy on crime.
- Συνεχίζει να ακολουθεί μια ήπια πολιτική για το έγκλημα.
- συνεχίζω, προχωρώ, ακολουθώ, προωθώ, επιδιώκω, κυνηγάω, συνεχίζω να συζητώ, να μαθαίνω ή να ασχολούμαι με κάτι
The Crown Prosecution Service is unwilling to pursue the case.
- Η Εισαγγελία του Στέμματος δεν είναι πρόθυμη να συνεχίσει την υπόθεση.
We have decided not to pursue the matter.
- Αποφασίσαμε να μην συνεχίσουμε την υπόθεση.
He was still pursuing his studies.
- Συνέχιζε τις σπουδές του.
”But”, he pursued, “you still haven’t answered the question.”
- «Αλλά», συνέχισε, «δεν έχεις ακόμη απαντήσει στην ερώτηση».
They decided to pursue legal action.
- Αποφάσισαν να προχωρήσουν σε νομικές ενέργειες.
Other companies are pursuing the same course.
- Άλλες εταιρείες ακολουθούν την ίδια πορεία.
We are actively pursuing a campaign against corruption.
- Προωθούμε ενεργά μια εκστρατεία κατά της διαφθοράς.
She wanted the freedom to pursue her own interests.
- Ήθελε την ελευθερία να επιδιώξει τα δικά της ενδιαφέροντα.
The government has actively pursued a campaign against the militants.
- Η κυβέρνηση έχει ενεργά επιδιώξει μια εκστρατεία κατά των μαχητών.
He’s always pursuing an agenda.
- Κυνηγάει πάντα μια ατζέντα.
- καταδιώκω, κυνηγάω, ακολουθώ ή καταδιώκω κάποιον ή κάτι, ιδιαίτερα για να τον ή το πιάσω
Police pursued the car at high speed.
- Η αστυνομία καταδίωξε το αυτοκίνητο με μεγάλη ταχύτητα.
She left the theatre, hotly pursued by the press.
- Έφυγε από το θέατρο, καταδιωκόμενη στενά από τον Τύπο.
The police pursued him, but he managed to escape.
- Τον κυνήγησε η αστυνομία, κατάφερε όμως να ξεφύγει.
Jake has been pursuing her for months.
- Ο Τζέικ την κυνηγάει/πολιορκεί εδώ και μήνες.
- ≈ συνώνυμα: chase