rôder

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : roder

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

rôder < οξιτανικά rodar < λατινικά rotare

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʁo.de/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

rôder (fr)

  1. στριφογυρίζω με κακούς ή ύποπτους σκοπούς
    il rôde autour de son bâtiment.
    στριφογυρίζει γύρω από το κτήριό του.
  2. (λογοτεχνία) γυροφέρνω
    la mort rôde autour de ma famille
    ο θάνατος γυροφέρνει την οικογένεια μου
  3. τριγυρίζω άσκοπα
    il perd son temps à rôder dans la rue
    σπαταλάει τον καιρό του τριγυρίζοντας στους δρόμους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]