reasoning

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

reasoning (en)

  • μετοχή ενεστώτα του ρήματος reason

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

reasoning (en)

  1. σκεπτικό, συλλογιστική
  2. λογική