reclaim

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
ενεστώτας reclaim
γ΄ ενικό ενεστώτα reclaims
αόριστος reclaimed
παθητική μετοχή reclaimed
ενεργητική μετοχή reclaiming

reclaim (en)

  1. ζητώ/αξιώνω την επιστροφή
    The librarian reclaimed all the books.
    Ο βιβλιοθηκάριος ζήτησε την επιστροφή όλων των βιβλίων.
    I reclaim some of the tax.
    Αξιώνω την επιστροφή φόρου.
  2. αποξηραίνω
  3. εκχερσώνω
  4. αξιοποιώ
  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 328. ISBN 9780194325684. , λήμμα: επιστροφή