recognise
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | recognise |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | recognises |
| αόριστος | recognised |
| παθητική μετοχή | recognised |
| ενεργητική μετοχή | recognising |
Ρήμα
[επεξεργασία]recognise (en)
- (βρετανική γραφή) αναγνωρίζω
We established a legally recognised company.
- Ιδρύσαμε μια νομικά αναγνωρισμένη εταιρεία.