sabre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

sabre

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sabre (en) και saber

  • σπαθί με μεγάλη λαβή που προστατεύει το εξωτερικό μέρος των δακτύλων, συνήθως ελαφρά κυρτό και με μια κόψη, η σπάθη



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

sabre 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sabre sabres

sabre (fr) αρσενικό

  1. το σπαθί

Δείτε επίσης[επεξεργασία]