Μετάβαση στο περιεχόμενο

saga

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η γαλλική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
saga < (λόγιο δάνειο) παλαιά νορβηγική saga.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sa.ɡa/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
saga sagas

saga (fr) θηλυκό



Ισλανδικά (is)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η ισλανδική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
saga < (κληρονομημένο) παλαιά νορβηγική saga.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsaːɣa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: saga

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

saga (is) θηλυκό

  • saga - στο Λεξικό της Νέας Ισλανδικής Γλώσσας (στα ισλανδικά) και saga στο ISLEX (στις σκανδιναβικές γλώσσες)



Λιθουανικά (lt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

saga (lt)