salissant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό salissant salissants
θηλυκό salissante salissantes

salissant (fr)

  1. που λερώνει, που βρομίζει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη sale