sale

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
sale sales

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sale (en)

  1. η πώληση
  2. η έκπτωση (πώληση σε μειωμένη τιμή, συνήθως στον πληθυντικό: sales



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sal/
ήχος 

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sale sales

sale (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
sale sali

sale (it) αρσενικό

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
sala sale

sale (it)