scanner
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| scanner | scanners |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]scanner (en)
- (τεχνολογία) ο σαρωτής, κάθε ηλεκτρονικό σύστημα σάρωσης και ανίχνευσης
- (πληροφορική) ο σαρωτής, η συσκευή που σαρώνει μια επιφάνεια με κείμενο ή εικόνες και δημιουργεί ένα ψηφιακό αρχείο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
scanner στην αγγλική Βικιπαίδεια

Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]scanner (fr)