Μετάβαση στο περιεχόμενο

schoolday

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
schoolday schooldays

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
schoolday < school + day

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

schoolday (en)

  • (μόνο πληθυντικός) τα μαθηματικά χρόνια, η περίοδος της ζωής μου που πηγαίνω σχολείο
    παράδειγμα  This song brought me back to my schooldays.
    Αυτό το τραγούδι μ' έφερε πίσω στα μαθηματικά μου χρόνια.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]