Μετάβαση στο περιεχόμενο

serpe

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
serpe serpes

serpe (fr) θηλυκό



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

serpe (it)