serpe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

serpe 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
serpe serpes

serpe (fr) θηλυκό

  1. είδος κοπτικού εργαλείου που αποτελείται από μια απλή λάμα, ελαφρά κυρτή



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

serpe (it)