signed

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /saɪnd/

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

signed (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος sign

Επίθετο[επεξεργασία]

signed (en)

  1. ενυπόγραφος, υπογεγραμμένος
  2. (μαθηματικά, πληροφορική) προσημασμένος, που έχει πρόσημο θετικό (+) ή αρνητικό (-)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Υπώνυμα[επεξεργασία]