silo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

silo (en)

  • το σιλό, πύργος αποθήκευσης στερεών υλικών (δημητριακών, χαλικιών κτλ.)
    πύργος αποθήκευσης χύμα υλικού σε μεγάλο υπερυψωμένο κυλινδρικό δοχείο που είναι στερεωμένο σε κολόνες και έχει ως πάτο χωνί (κωνική χοάνη με στόμιο στο κάτω μέρος) ώστε να χύνεται το υλικό σε αυτοκίνητο μεταφοράς όταν ανοίγει το στόμιο (όμως οι λεπτομέρειες διαφέρουν ανά σιλό)



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.lo/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
silo silos

silo (fr) αρσενικό