sincérité

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sɛ̃.se.ʁi.te/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sincérité sincérités

sincérité (fr) θηλυκό

  1. η ειλικρίνεια
  2. η απροκαταληψία

Συγγενικά

[επεξεργασία]