ειλικρίνεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ειλικρίνεια ειλικρίνειες
γενική ειλικρίνειας ειλικρινειών
αιτιατική ειλικρίνεια ειλικρίνειες
κλητική ειλικρίνεια ειλικρίνειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ειλικρίνεια < αρχαία ελληνική εἰλικρίνεια < εἰλικρινής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.li.ˈkɾi.ni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ειλικρίνεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα κάποιου που είναι ειλικρινής, που μιλά ανοιχτά για αυτό που πράγματι νιώθει ή σκέφτεται
  2. η συμπεριφορά κάποιου που είναι ειλικρινής
  3. η απροσποίητη συμπεριφορά
  4. το να εκφράζει κάποιος ό,τι πραγματικά αισθάνεται ή σκέφτεται
    ορισμένες φορές το μόνο που ζητά ο λαός από τους πολιτικούς είναι λίγη ειλικρίνεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]